Λαχανικά


Ένας από τους Τρόπους ταξινόμησης λαχανικών

Μια πιο πρακτική ταξινόμηση των λαχανικών βασίζεται στο τμήμα του φυτού που μπορεί να φαγωθεί και χρησιμοποιείται ως τροφή. Το φαγώσιμο τμήμα ενός λαχανικού μπορεί να είναι:
1. η ρίζα (καρότο) [Ριζωματώδη]
2. στέλεχος-κόνδυλος (πατάτα-σπαράγγι)[Στελαχώδη-Κονδυλώδη]
3. τα φύλλα (μαρούλι) [Φυλλώδη]
4. ο βολβός-ανώριμο άνθος(κρεμμύδι-αγκινάρα) [Βολβώδη-Ανωτ. Ταξιαν.]
5. ο ώριμος - ανώριμος καρπός (ντομάτα-μελιτζάνα) [Καρποφόρα-Φρουτώδη]

Πηγές
:
  • 1. Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
  • 2.Πηγή:Καλλιεργώ! - Άρθρα, συμβουλές, οδηγίες

  • 5. Καρποφόρα-Φρουτώδη

    (Ώριμος - ανώριμος καρπός)






    Ντομάτα

    Η τομάτα, αλλιώς και ντομάτα, (επιστ. Στρύχνον το λυκοπερσικόν Solanum lycopersicum συνώνυμο Lycopersicon esculentum, Λυκοπερσικόν το εδώδιμον) είναι ένα φυτό της οικογένειας των Στρυχνοειδών (Solanaceae), ιθαγενές της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής, από το Μεξικό μέχρι το Περού.
    Ζει μόνο μερικά χρόνια και συνήθως καλλιεργείται ως μονοετές φυτό.
    Τυπικά φτάνει τα 1-3 μ. ύψος, αλλά δεν έχει αρκετά ανθεκτικό βλαστό και στηρίζεται σε άλλα φυτά.
    Τα φύλλα έχουν μήκος 10-25 εκ. και είναι σύνθετα, αποτελούμενα από 5-9 μικρότερα φύλλα το καθένα μέχρι και 8 εκ. μακρύ με πριονοειδή περιφέρεια.
    Τόσο ο βλαστός του φυτού όσο και τα φύλλα φέρουν τρίχωμα.
    Τα λουλούδια έχουν διάμετρο 1-2 εκ., είναι κίτρινα με πέντε μυτερούς λοβούς και μεγαλώνουν σε ομάδες αποτελούμενες από 3-12.
    Το φυτό κάποτε λέγεται και τοματιά / ντοματιά.
    Υπάρχουν τομάτες θερμοκηπίου (αναρριχώμενες) και υπαίθριες τομάτες (ημιαναρριχώμενες και αυτοκλαδευόμενες)
    Οι αναρριχώμενες και οι ημιαναρριχώμενες χρειάζονται στήριξη η οποία γίνεται είτε με σπάγκο (θερμοκήπιο από οριζόντιο σύρμα) είτε σε καλάμια όταν πρόκειται για υπαίθρια καλλιέργεια.
    Οι αυτοκλαδευόμενες τομάτες δεν χρειάζονται στήριξη διότι τυφλώνουν μόνες τους την κορυφή τους και δεν αυξάνονται προς τα πάνω.

    Καλλιέργεια Ντομάτας
    Σοβαρότερες ασθένειες, εχθροί της ντομάτας


    Πιπεριά

    Η πιπεριά είναι καλλιεργούμενη για τον ομώνυμο καρπό της, αγγειόσπερμο, δικότυλο, ποώδες και θαμνώδες φυτό.
    Ανήκει στην τάξη Στρυχνώδη της οικογένειας Στρυχνοειδών (Solanaceae).
    Η πιπεριά υπάρχει σε 50 περίπου είδη ανά τον κόσμο, άλλοτε με γλυκούς και άλλοτε με καυτερούς καρπούς.
    Το φυτό έχει ύψος 50–75 εκατοστά, βλαστούς που στην αρχή είναι τρυφεροί και στην συνέχεια ξυλώδεις, φύλλα σχετικά μικρά, ανοιχτοπράσινα, άνθη λευκά που φύονται μεμονωμένα σε ομάδες των 2 ή 3.
    Ο καρπός της πιπεριάς είναι πολύσπερμος πράσινος ή κιτρινοπράσινος που γίνεται κόκκινος ή κίτρινος όταν ωριμάσει.
    Το σχήμα του, ανάλογα με την ποικιλία, είναι κωνικό και μακρύ έως σφαιρικό ή τοματόμορφο. Οι γλυκείς καρποί είναι μεγαλύτεροι από τους καυτερούς, αυλακωτοί και διογκωμένοι.
    Μαζεύονται 60–80 μέρες μετά από τη μεταφύτευση του φυταρίου από το φυτώριο και όταν έχουν ζωηρό πράσινο χρώμα, πριν ωριμάσουν.
    Πλούσιοι σε βιταμίνη C και βιταμίνη Α, τρώγονται σε σαλάτες ή μαγειρεμένοι.
    Αποτελούν ένα από τα κύρια υλικά της Ελληνικής κουζίνας, καθώς χρησιμοποιούνται στη χωριάτικη σαλάτα, στα γεμιστά, αλλά και ως συμπλήρωμα σε σάλτσες κ.λ.π.

    Καλλιέργεια πιπεριάς
    Σοβαρότερες ασθένειες, εχθροί της πιπεριάς

    Μελιτζάνα

    Η μελιτζάνα (επισ. Solanum melongena Στρύχνον η μελιτζάνα) είναι ποώδες, πολυετές φυτό του γένους Στρύχνον (Solanum) της οικογένειας των Στρυχνοειδών (Solanaceae) και καλλιεργείται για τον ομώνυμο καρπό της.
    Το όνομά της προέρχεται από παραλλαγή της λατινικής της ονομασίας melongena.
    Με αλλαγή του “b” σε “m” προέκυψε στα ιταλικά η λέξη "melanzana" (πέρασε στα ελληνικά ως "μελιτζάνα".
    Στην αρχαιότητα, ήταν ιθαγενές φυτό της Ινδίας, αλλά καλλιεργούνταν προϊστορικά και στην Κίνα και την Κεντρική Ασία.
    Η πρώτη γραπτή αναφορά για το φυτό εντοπίζεται σε μια αρχαία κινέζικη αγροτική πραγματεία το 544 π.Χ.[4].
    Στην Ευρώπη ήρθε μάλλον με τους Άραβες. Στην Ελλάδα έφτασε το 12ο-13ο αιώνα και από τότε αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της Μεσογειακής διατροφής.



    Αγγούρι

    Το αγγούρι είναι καρπός φυτού της ίδιας οικογένειας (Κολοκυνθοειδή) με τα φυτά που παράγουν το πεπόνι, το καρπούζι και το κολοκύθι. Είναι καρπός του ετήσιου φυτού της αγγουριάς (Cucumis sativus) που έρπει και αναρριχάται. Η προέλευση του είναι από την Ινδία όπου το καλλιεργούσαν πριν από 3.000 χρόνια. Επίσης ήταν γνωστό και στην Αρχαία Ελλάδα αλλά και στους Ρωμαίους. Στη συνέχεια διαδόθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
    Επάνω στο ίδιο φυτό υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά άνθη. Τα φύλλα του είναι τριχωτά και έχουν μέχρι 5 λοβούς. Το αγγούρι είναι επίμηκες, κυλινδρικό, πράσινου χρώματος εξωτερικά και ελαφρύ πράσινου έως λευκού εσωτερικά .
    Τρώγεται είτε σκέτο, είτε σε σαλάτες είναι δε το κύριο συστατικό στη χωριάτικη σαλάτα και στο τζατζίκι. Επίσης χρησιμοποιείται σε διάφορες κρέμες ομορφιάς.
    Έχει λίγες βιταμίνες, κυρίως C, B1, B2 ενώ βιταμίνη Α υπάρχει στο φλοιό.
    Η αγγουριά καλλιεργείται το καλοκαίρι στην ύπαιθρο και τον υπόλοιπο χρόνο σε θερμοκήπια, γιατί είναι ευαίσθητη στο κρύο. Η υψηλή θερμοκρασία και η υγρασία ευνοούν την ανάπτυξη της.

     

    Αμπελοφάσουλο

    Το Αμπελοφάσουλο ανήκει στην οικογένεια Leguminosae της τάξης Rosales, της κλάσης των Δικοτυλήδονων.
    Είναι φυτό ετήσιο, ποώδες, με έρπουσα ανάπτυξη.
    Τα φύλλα του είναι σύνθετα αποτελούμενα από τρία έμμισχα ρομβοειδή φυλλάρια.
    Τα άνθη του είναι λευκά ή ρόδινα ή ιώδη και φέρονται ανά δυο ή τρία στην άκρη μασχαλιαίων αξόνων.
    Ο καρπός του είναι λοβός, στενός, λεπτός, ευθύς με μήκος πέντε έως δώδεκα εκατοστά.
    Τα σπέρματα είναι μικρά σχεδόν στρογγυλά ως νεφροειδή, με χρώμα λευκό και μαύρο γύρω από το μάτι (μαυρομάτικα).

    Περισσότερα

    Καλαμπόκι

    Το καλαμπόκι ή αραβόσιτος ή αραποσίτι ( σίταρος ή σιταροπούλα στην Κύπρο) έχει την επιστημονική ονομασία Zea mays.
    Η ελληνική επιστημονική ονομασία του φυτού είναι Αραβόσιτος ο κοινός. Αναφέρεται και ως Ζέα η μαϋς[2].
    Είναι σιτηρό της οικογένειας των Ποοειδών (Poaceae) ή Αγρωστωδών (Gramineae) και κατάγεται από την Αμερικάνικη ήπειρο όπου ήδη πριν απο 5.500 χρόνια το καλλιεργούσαν οι Ίνκας, οι Μάγια και οι Αζτέκοι. Η Ελληνική ονομασία του, «αραβόσιτος», σημαίνει «ο σίτος (σιτάρι) των Αράβων» και εισήχθη στην Ελλάδα το 1600 από τη Βόρεια Αφρική.
    Η ετυμολογία της λέξης "καλαμπόκι" παραμένει ακόμα αβέβαιη. Έχουν προταθεί οι εξής εκδοχές:

    1. Αλβανικά kalambok
    2. Ιταλικά calambochi
    3. Τούρκικα kalembek
    4. Η ονομασία Mayz (Μαϋς) προέρχεται από τη γλώσσα Ταΐνη (Mahiz) των ιθαγενών της Καραϊβικής, μέσω της ισπανικής (Maíz).

    Περισσότερα

    Καρπούζι

    Το καρπούζι (επιστ.: Κίτρουλλος ο εριώδης, Citrullus lanatus) είναι ένα φρούτο το οποίο προέρχεται από τη νότια Αφρική. Οι ποικιλίες που καταναλώνονται σήμερα μπορούν να φτάσουν σε βάρος αρκετά κιλά.
    Το καρπούζι είναι λείο εξωτερικά με χρώμα αποχρώσεις του πράσινου και ενίοτε με εναλλασσόμενες σκούρες και ανοικτές πράσινες ρίγες. Ο φλοιός του είναι αρκετά σκληρός, με πάχος περίπου ένα εκατοστό και άσπρο χρώμα στο εσωτερικό.
    Το κύριο μέρος του καρπουζιού στο εσωτερικό είναι μαλακό, κόκκινο, περιέχει μεγάλο αριθμό μαύρων σπόρων (ή και άσπρων) και περιέχει μεγάλες ποσότητες νερού.Το καρπούζι εμφανίζεται σε ιερογλυφικά της Αρχαίας Αιγύπτου.
    Τον 10ο αιώνα μ.Χ. καλλιεργείται στην Κίνα και τον 13ο αιώνα εμφανίζεται στην Ευρώπη. Η ελληνική λέξη για τον καρπό είναι «υδροπέπων» (αντίστοιχα στην αγγλική γλώσσα water-melon).
    Η λέξη «καρπούζι» προέρχεται από την αντίστοιχη τουρκική karpuz, η οποία ανάγεται στην περσική xarbuz(a).
    Στην Κύπρο δε, χρησιμοποιείται και η αραβική ονομασία "παττίχα".

    Περισσότερα

    Κολοκύθα

    Η κολοκυθιά είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο, αναρριχητικό φυτό που ανήκει στην οικογένεια των Κολοκυνθοειδών (Cucurbitaceae). Οι κολοκυθιές είναι γενικά λαχανοκομικά φυτά και οι καρποί τους, ανάλογα με το είδος καταναλώνονται στη μαγειρική ή χρησιμοποιούνται για καλλωπιστικούς σκοπούς.
    Είναι μονοετή ή και πολυετή φυτά, φέρουν έλικες και οι βλαστοί τους είναι πράσινοι, κυλινδρικοί, τριχωτοί. Τα φύλλα τους είναι μεγάλα, πλατιά, παλαμοειδή και οι μίσχοι τους μακριοί.
    Τα άνθη της κολοκυθιάς είναι μεγάλα κίτρινου χρώματος, μονογενή. Τα αρσενικά άνθη φέρουν μακρύ ποδίσκο και τα θηλυκά κοντό. Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με σπορά και η ανάπτυξη της είναι πολύ γρήγορη. Είναι φυτό της καλοκαιρινής περιόδου και δεν αναπτύσσεται στο ψύχος.
    Η καλλίτερη θερμοκρασία είναι γύρω στους 22 βαθμούς. Όταν υπάρχει αρκετή ζέστη τότε χρειάζεται αρκετό πότισμα. Στην υγρασία το φυτό αναπτύσσεται πολύ καλά, ενώ το έδαφος πρέπει να είναι πλούσιο σε οργανικές ουσίες και γενικά μέσης συστάσεως. Η λίπανση με κοπριά ή οργανικά λιπάσματα θεωρείται απαραίτητη. Κατά τη χειμερινή περίοδο η καλλιέργεια γίνεται σε θερμοκήπια.

    Περισσότερα

    Κουκί

    Η κουκιά (Ελληνικά: Κύαμος ο κοινός, Λατινικά: Faba vulgaris ή Ελληνικά: Βίκια η φάβα, Λατινικά:Vicia faba) είναι ποώδες, ετήσιο φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών, του γένους Βίκος (Vicia) που καλλιεργείται για τους καρπούς του.
    Τα φύλλα της είναι σύνθετα πτερωτά, τα άνθη της σχηματίζουν βότρυες και μοιάζουν με αυτά της μπιζελιάς. Είναι χρώματος λευκού ή μοβ έχοντας μία χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα σε κάθε πέταλο.
    Το ύψος του φυτού φτάνει το 1 μέτρο και η συγκομιδή των καρπών είναι σχετικά εύκολη αφού ο βλαστός του είναι ίσιος ενώ στα περισσότερα άλλα είδη των ψυχανθών είναι περιεστραμμένος.
    Καλλιεργείται σε ψυχρές και εύκρατες περιοχές. Η καταγωγή της είναι από την Ασία και η Κίνα έχει τη μεγαλύτερη παραγωγή στο κόσμο. Ευδοκιμεί σε όλα τα χώματα που έχουν καλή στράγγιση.
    Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο και το πότισμα την Άνοιξη.Ο καρπός είναι κοντός, χοντρός, και άμισχος και περιέχει έως 10 μεγάλα ογκώδη σπόρια, τα γνωστά κουκιά. Η θρεπτική αξία των κουκιών είναι μεγάλη αφού είναι πλούσια σε πρωτεΐνες. Κάθε καρπός περιέχει νερό 72%, πρωτεΐνες 8%, υδατάνθρακες 20%, φυτικές ίνες 5%, φυτικά έλαια 1%.
    Είναι πλούσια σε φολικό οξύ (104 mg ανά 100 γραμμ.), φωσφόρο, μαγγάνιο, μαγνήσιο, χαλκό, κάλιο, νάτριο, σίδηρο. Περιέχει επίσης λιπαρά οξέα ω6 152 mg/100γρ και ω3 12.0 mg/100γρ.

    Περισσότερα

    Μπάμια

    Η μπάμια είναι αγγειόσπερμο , ποώδες, ετήσιο φυτό, ανήκει δε στο γένος Ιβίσκος (Hibiscus) και στην οικογένεια των Μαλαχοειδών (Malvaceae).
    Η επίσημη ονομασία του είδους είναι Hibiscus esculentus (Ιβίσκος ο εδώδιμος).
    Η καταγωγή της είναι από την Αφρική και σήμερα καλλιεργείται σε όλες τις τροπικές και εύκρατες περιοχές για τον ομώνυμο καρπό της. Ο βλαστός της φτάνει τα δύο μέτρα ύψος, τα φύλλα της είναι σε σχήμα καρδιάς, με μακριούς μίσχους και έχουν 3-5 λοβούς.
    Τα άνθη της έχουν κίτρινο χρώμα, ενώ το κέντρο τους είναι σκούρο κόκκινο.
    Οι καρποί του φυτού, οι μπάμιες. Ο καρπός είναι μακρύς, τριχωτός, με γωνίες και μήκος από 5-15 εκατοστά και τρώγεται μόνο όταν είναι άγουρος. Το τοίχωμα του καρπού είναι σαρκώδες και βλεννώδες, ενώ, όταν ωριμάσει, ο καρπός γίνεται ξυλώδης. Οι μπάμιες τρώγονται μαγειρεμένες, σκέτες ή με κρέας, γίνονται κονσέρβες ή τουρσί με πίκλες.
    Πριν μαγειρευτούν συνηθίζεται να μουλιάζονται σε ξύδι και νερό, προκειμένου να μην έχουν βλεννώδη υφή όταν τρώγονται.

    Περισσότερα

    Μπιζέλι

    Φυτό και καρπός είναι και λέγεται ο Αρακάς ή Μπιζέλι ή πίσον (Επιστημονικό όνομα Pisum sativum) της Οικογένειας Leguminosae (οφείλει τη σημερινή ονομασία του στο αρχαιοελληνικό "πίσον" που μετονομάστηκε στα λατινικά σε "pisum" για να καταλήξει στο ιταλικό "pisello" και στο μεταγενέστερο ελληνικό "πιζέλιον" ή "μπιζέλιον"!) .
    Άλλοι ονομάζουν Μπιζέλι το φυτό. Ενω αρακά λένε τον καρπό (χωρίς το περικάρπιο).
    Tο Μπιζέλι φυτρώνει και αναπτύσσεται πιο εύκολα.
    Οι λοβοί του μπιζελιού είναι πιο πεπλατυσμένοι και η παρουσία των καρπών (σπερμάτων) δεν διακρίνονται εξωτερικά.
    Επιπλέον οι λοβοί είναι πιο μαλακοί, γι΄αυτό και τρώγονται-μαγειρεύονται όπως είναι (δηλ. μαζί με τη φλούδα-περικάρπιο).Το μπιζέλι είναι ετήσιο φυτό, που αναπτύσσεται πολύ γρήγορα.
    Ευδοκιμεί σε καλά αποστραγγιζόμενο αμμώδες έδαφος με επαρκή υγρασία και σε δροσερές καιρικές συνθήκες. Οι καρποί, εμφανίζονται κατά το τέλος του χειμώνα ή την άνοιξη.


    Περισσότερα

    Πεπόνι

    Το πεπόνι, Αρχ. πέπων (ο κοινός), είναι ο καρπός της πεπονιάς.
    Ανάλογα με την ποικιλία τα πεπόνια διαφέρουν στο σχήμα, στο μέγεθος, στο χρώμα της φλούδας και της σάρκας, στο άρωμα και στη γεύση.
    Έτσι έχουμε σχήμα στρογγυλό ή ωοειδές, φλούδα παχιά ή λεπτή, χρώμα κίτρινο ή πρασινωπό, επιφάνεια φλούδας λεία ή με γραμμώσεις, γεύση γλυκιά και αρωματική, σάρκα στερεή, χυμώδης, μαλακιά ή σκληρή που στο κέντρο της σχηματίζει κενό και εκεί βρίσκονται οι πολυάριθμοι σπόροι.
    Τα πεπόνια είναι από τα πιο διαδεδομένα καλοκαιρινά φρούτα.
    Στην Ελλάδα οι μεγαλύτερες καλλιέργειες βρίσκονται στην Πελοπόννησο στην Κρήτη και στη Θράκη, ενώ συνολικά καλλιεργούνται 65.000 στρέμματα με την ετήσια παραγωγή να φτάνει τους 20.000 τόνους.
    Η Κίνα έχει την μεγαλύτερη παραγωγή πεπονιών στον κόσμο.
    Ακολουθούν η Ισπανία, η Τουρκία το Ισραήλ και οι Η.Π.Α.

    Περισσότερα

    Φασόλι

    Το φασόλι είναι ο καρπός της φασολιάς. Είναι εδώδιμος καρπός και θρεπτικό όσπριο.
    Γνωστό φαγητό με βάση το φασόλι είναι η φασολάδα. ΙστορίαΔιάφορες ποικιλίες φασολιών έχουν προέλθει από διάφορες περιοχές σε όλο τον κόσμο, από την Αφρική έως την Νότια Αμερική.
    Η παλαιότερη ένδειξη καλλιέργειας φασολιών πιστεύεται ότι έχει βρεθεί μέσα σε μια σπηλιά στις Περουβιανές Άνδεις.
    Τα φασόλια αναπτύχθηκαν για πάνω από 8.000 χρόνια, δίδοντας μια πολύτιμη πηγή τροφής στους ιθαγενείς πληθυσμούς των ανθρώπων.
    Στα αγγλικά ο αρχικός τύπος των φασολιών ονομάζεται pole beans (σημαίνει εκτός των άλλων και κοντάρι ή άξονας).
    Τα φασόλια αυτά, από τις νότιες περιοχές της Χιλής και της Αργεντινής ως τη βόρεια λίμνη Χιουρόν αποτέλεσαν ένα σημαντικό κομμάτι της διατροφής των διαφόρων αγροτικών φυλών.
    Τα θαμνώδη φασόλια είναι ένα νέο φαινόμενο στην καλλιέργεια των φασολιών.
    Έχουν την ικανότητα να αναπτύσσονται χωρίς την ανάγκη υποστήριξης και προήλθαν από την κλασική ποικιλία των φασολιών μετά από προσεκτική επιλογή.
    Αυτή η νέα κατηγορία των φασολιών εμφανίστηκε στην πεδιάδα της Οαχάκα στο νότιο Μεξικό πριν 1.000 χρόνια.

    Περισσότερα