Οπωροφόρα δένδρα


Στη Γεωπονία με τον γενικό όρο οπωροφόρα χαρακτηρίζονται όλα εκείνα τα δενδρώδη πολυετή φυτά που παράγουν εδώδιμους καρπούς και ειδικότερα καρπούς με οικονομική σημασία.
Η εντατική καλλιέργεια των οπωροφόρων αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της δενδροκομίας που ονομάζεται οπωροκομία ή "καλλιέργεια δενδρωδών".
Η οπωροκομία εφαρμόζεται σε πολύ μεγάλες, σχετικά με τους κήπους, εκτάσεις που ονομάζονται οπωρώνες.
Στους Οπωρώνες εφαρμόζονται σήμερα ιδιαίτερες τεχνικές εγκατάστασης και ανάπτυξης, καθώς και ποικίλες καλλιεργητικές περιποιήσεις, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η καλλίτερη δυνατή απόδοση στη συγκομιδή και στη μετέπειτα διακίνηση των παραγομένων καρπών.







Εμπύρηνοι καρποί

Ο όρος Εμπύρηνοι καρποί αναφέρεται σε μία ομάδα φυτών που κατατάσσεται στην οικογένεια ....................
Στους Εμπύρηνους καρπούς ανήκουν:
• Αβοκάντο,
• Ασερόλα,
• Βερύκοκο,
Ελιά
• Κεράσι,
• Ροδάκινο,
• Δαμάσκηνοι
• Νεκταρίνι.
Πηγές:
1. Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
2.Πηγή:Καλλιεργώ! - Άρθρα, συμβουλές, οδηγίες

Ελιά

Η ελιά ή ελαιόδενδρο ή λιόδεντρο (επιστ. Ελαία, Olea) είναι γένος καρποφόρων δέντρων της οικογένειας των Ελαιοειδών (Oleaceae), το οποίο συναντάται πολύ συχνά και στην Ελλάδα. Ο καρπός του ονομάζεται επίσης ελιά και από αυτόν παράγεται το ελαιόλαδο. Η ελιά υπήρξε το σύμβολο της θεάς Αθηνάς. Η ελιά είναι γνωστή από τους αρχαιότατους χρόνους, και πιθανότατα κατάγεται από το χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση, πατρίδα της ελιάς είναι η Αθήνα και η πρώτη ελιά φυτεύτηκε από την Αθηνά στην Ακρόπολη. Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο. Την μετέφεραν είτε Έλληνες άποικοι είτε Φοίνικες έμποροι.
Όπως αναφέρει ο Πλίνιος, κατά το 580 π.Χ, ούτε το Λάτιο ούτε η Ισπανία ούτε η Τύνιδα γνώριζαν την ελιά και την καλλιέργειά της.
Είναι δέντρο αειθαλές, έχει φύλλα αντίθετα, λογχοειδή, δερματώδη, σκουροπράσινα στην άνω επιφάνεια και αργυρόχροα στην κάτω.
Τα άνθη της είναι λευκωπά, μονοπέταλα και πολύ μικρά, σχηματίζουν ταξιανθία βότρυος και εμφανίζονται προς το τέλος Μαΐου, ενώ ο καρπός ωριμάζει και συλλέγεται κατά τα τέλη του φθινοπώρου και αρχές του χειμώνα. Ο κορμός της ελιάς είναι οζώδης και καλύπτεται από τεφρόφαιο φλοιό.

Δαμασκηνιά

Η δαμασκηνιά είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο , φυλλοβόλο δέντρο και ανήκει στο γένος Προύμνη (Prunus), στην οικογένεια των Ροδοειδών (Rosaceae), και είναι αδελφικό δέντρο με την κορομηλιά.
Ιθαγενές φυτό των χωρών του βορείου ημισφαιρίου κατάγεται από τις περιοχές της Κασπίας θάλασσας. Αρχαίο δέντρο αναφέρεται από τον Θεόφραστο σαν προύμνη εξ ου και η επιστημονική του ονομασία προύνος.
Σήμερα καλλιεργείται ευρέως στην Ευρώπη από το βορρά μέχρι το νότο, την Ασία και τη Βόρειο Αμερική. Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 12 μέτρα, έχει πλούσιο ριζικό σύστημα αλλά επιπόλαιο όπως οι κορομηλιές. Οι ανθοφόροι οφθαλμοί του φέρουν 2-3 άνθη.
Ο καρπός της δαμασκηνιάς είναι το δαμάσκηνο.
Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσαρμογής σε κλίμα και έδαφος. Ανθεκτική στο ψύχος , ακόμα και για τα άνθη της. Πολλαπλασιάζεται με εμβολιασμό ροδακινιάς ή αμυγδαλιάς και φυσικά του συγγενικού της φυτού της κορομηλιάς.
Χρειάζεται αραίωμα των καρπών της έτσι ώστε να αυξηθεί η ποσότητα παραγωγής και να μην σπάσουν τα κλαδιά από το βάρος. Στην Ελλάδα καλλιεργείται η ποικιλία Σκοπελίτικη και τα δαμάσκηνα που βγάζει προορίζονται για ξήρανση. Επίσης συνηθίζεται να λέγεται δαμασκηνιά και η μπουρνελιά ,όμως στην πραγματικότητα διαφέρουν από το σχήμα και χρώμα των καρπών τους. Οι κύριες περιοχές καλλιέργειας είναι η Θεσσαλία, το νησί Σκόπελος , η Στερεά Ελλάδα , η Μακεδονία και η Θράκη.

Κερασιά

Κεράσια ονομάζονται οι καρποί του δένδρου της κερασιάς (Prunus).
Έχουν σχήμα σφαιρικό και ο φλοιός τους είναι λείος και γυαλιστερός.
Είναι μικρά σε μέγεθος και το χρώμα τους ποικίλλει ανάλογα με την ποικιλία.
Υπάρχουν δύο τύποι κερασιών και εκατοντάδες ποικιλίες: το γλυκό κεράσι - γνωστό και ως Prunus avium στους βοτανολόγους – και το ξινό κεράσι, γνωστό ως βύσσινο (επιστημονική ονομασία Prunus cerasus).
Από τις γλυκές ποικιλίες ιδιαίτερες προτιμήσεις συγκεντρώνει αυτή με τους μεγάλους, βαθυκόκκινους και χυμώδεις καρπούς.

Όσο για τον τόπο καταγωγής του φρούτου, κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά ωστόσο, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι προερχόταν από τη Μικρά Ασία και πιο συγκεκριμένα από την πόλη της Κερασούντας (εξ ου και το όνομα) κοντά στη Μαύρη Θάλασσα.
Ο Ρωμαίος στρατηγός Λούκουλος τα ανακάλυψε και τα έφερε στην Ιταλία. Τα κεράσια είναι γλυκά, όξινα και στυφά και έχουν θερμαντική δράση στον οργανισμό.
Εξουδετερώνουν την πνευματική κόπωση, είναι άρα πολύ χρήσιμα στους μαθητές ειδικά σε περιόδους εξετάσεων (του τέλους της σχολικής χρονιάς για παράδειγμα, που συμπίπτει με την εποχή που υπάρχουν σε αφθονία τα κεράσια), γι’ αυτό συστήνεται να τρώνε τουλάχιστον δύο με τρία κιλά κεράσια την εβδομάδα.

Στην Ελλάδα παράγονται στον Κολινδρό Πιερίας, στην Έδεσσα, στα Γρεβενά, στη Βόρεια Χίο και σε αρκετές άλλες περιοχές της, βόρειας κυρίως, Ελλάδας.
Περισσότερα