Οπωροφόρα δένδρα


Στη Γεωπονία με τον γενικό όρο οπωροφόρα χαρακτηρίζονται όλα εκείνα τα δενδρώδη πολυετή φυτά που παράγουν εδώδιμους καρπούς και ειδικότερα καρπούς με οικονομική σημασία.
Η εντατική καλλιέργεια των οπωροφόρων αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της δενδροκομίας που ονομάζεται οπωροκομία ή "καλλιέργεια δενδρωδών".
Η οπωροκομία εφαρμόζεται σε πολύ μεγάλες, σχετικά με τους κήπους, εκτάσεις που ονομάζονται οπωρώνες.
Στους Οπωρώνες εφαρμόζονται σήμερα ιδιαίτερες τεχνικές εγκατάστασης και ανάπτυξης, καθώς και ποικίλες καλλιεργητικές περιποιήσεις, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η καλλίτερη δυνατή απόδοση στη συγκομιδή και στη μετέπειτα διακίνηση των παραγομένων καρπών.







Σαρκώδη φρούτα

Ο όρος Σαρκώδη φρούτα αναφέρεται σε μία ομάδα φυτών που κατατάσσεται στην οικογένεια ....................
Στα Σαρκώδη φρούτα:
• η Μηλιά,
• η Αχλαδιά,
• η Μουσμουλιά,
• η Κυδωνιά,
Πηγές:
1. Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
2.Πηγή:Καλλιεργώ! - Άρθρα, συμβουλές, οδηγίες

Μηλιά


Το μήλο είναι φρούτο, καρπός του δέντρου μηλιά (επιστ.: Μηλέα η ήμερος, λατ. Malus domestica) της οικογένειας των Ροδοειδών (Rosaceae). Είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα και ευρύτατα καλλιεργούμενα φρούτα. Το δέντρο είναι φυλλοβόλο και φτάνει τα 5-12 μέτρα ύψος με φύλλα που έχουν ελλειψοειδές σχήμα και μυτερή άκρη. Ανθίζει την άνοιξη με άσπρα άνθη (ελαφρά ροζ στην αρχή), 2.5-3.5 cm σε διάμετρο, με πέντε πέταλα.
Τα φρούτα ωριμάζουν το φθινόπωρο και συνήθως έχουν διάμετρο 5-9 cm (και σπάνια μέχρι και 15 cm). Η μηλιά ήταν γνωστή από τους προϊστορικούς χρόνους, τόσο σε άγρια όσο και σε καλλιεργούμενη μορφή.
Η καταγωγή της τοποθετείται στην περιοχή νότια του Καυκάσου. Το δέντρο καλλιεργείται από την αρχαιότητα στην Ασία και στην Ευρώπη. Η καλλιεργούμενη μηλιά αναφέρεται από το Θεόφραστο τον 3o αι. π.Χ.. Με την ανακάλυψη του νέου κόσμου και την εγκατάσταση αποίκων πολλές ευρωπαϊκές ποικιλίες μεταφέρθηκαν στην Αμερική.
Η μηλιά είναι το πιο διαδεδομένο οπωροφόρο παγκοσμίως, αντιπροσωπεύει το 50% των φυλλοβόλων οπωροφόρων δέντρων, με παγκόσμια ετήσια παραγωγή περί τα 60 εκατομμύρια τόνους.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής μήλων παγκοσμίως αποτελείται από επιτραπέζιες ποικιλίες. Οι ποικιλίες πολλαπλής χρήσεως όμως αρχίζουν να γίνονται συνεχώς δημοφιλέστερες.
Παλιότερα σε κάθε τόπο καλλιεργούνταν διαφορετικές ποικιλίες μήλων. Οι απαιτήσεις όμως για αυξημένη παραγωγή και υψηλή ποιότητα καρπών, συνέβαλαν στη δημιουργία και διάδοση νέων ποικιλιών που καλλιεργούνται σήμερα σε διάφορα μέρη με παρόμοιες κλιματικές συνθήκες.
Οι πιο διαδεδομένες ποικιλίες είναι
• η Golden Delicious
• και οι διάφορες κόκκινες ποικιλίες Delicious αμερικανικής προέλευσης, • η Mutsu ιαπωνικής προέλευσης • και η Granny Smith αυστραλιανής προέλευσης. Η καλλιέργεια της μηλιάς είναι διαδεδομένη σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Μηλεώνες απαντώνται ακόμη και στη Σιβηρία όπου η θερμοκρασία κατά τους χειμερινούς μήνες μπορεί να πέσει στους -40 βαθμούς Κελσίου. Μέχρι το 1940 η παραγωγή μήλων στην Ελλάδα ήταν πολύ μικρή.
Σήμερα η καλλιεργούμενη έκταση είναι περίπου 150.000 στρέμματα και η ετήσια παραγωγή ανέρχεται σε 350.000 τόνους, αποτελώντας τη δεύτερη σπουδαιότερη καλλιέργεια από τα φυλλοβόλα οπωροφόρα μετά τη ροδακινιά.
Η καλλιέργεια της μηλιάς σε μορφή συστηματικών οπωρώνων εντοπίζεται κυρίως στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Πελοπόννησο.
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση δέντρων μηλιάς βρίσκεται στην περιοχή του Βερμίου. Καλλιεργείται επίσης στους νομούς Ημαθίας, Πέλλας, Καστοριάς, Μαγνησίας, Λάρισας και Αρκαδίας.
H Μηλέα η οικιακή (Malus domestica), καθώς αναφέρεται, προήλθε από το είδος Μηλέα η χαμηλή ή Μηλέα η νανοφυής (Malus pumila), αλλά στην εξέλιξή της, όπως είναι παραδεχτό σήμερα, συνέβαλε το είδος Μηλέα η δασική (Malus sylvestris), καθώς και πολλά άλλα είδη.
Σήμερα υπολογίζεται ότι υπάρχουν γύρω στις 7.5 χιλιάδες ποικιλίες μήλων.

Περισσότερα

Αχλαδιά

Η αχλαδιά ή απιδιά είναι οπωροφόρο δέντρο και ανήκει στην τάξη Ροδώδη και στην οικογένεια των Ροδοειδών και καλλιεργείται δε σε όλες τις εύκρατες χώρες.
Κατάγεται από τις περιοχές γύρω από την Κασπία θάλασσα και βρέθηκε στην Ελλάδα από τα αρχαία χρόνια. Στην Ευρώπη καλλιεργείται από το 17ο αιώνα.

Η αχλαδιά έχει άνθη λευκόχρωμα ή είναι απαλού ρόδινου χρώματος και μοιάζουν με αυτά της μηλιάς. Οι καλλιεργούμενες αχλαδιές πολλαπλασιάζονται με σπόρο και στη συνέχεια με εμβολιασμό. Από 4 μέχρι 7 χρόνια μετά τη φύτευση αρχίζει η ικανοποιητική απόδοση του δέντρου.
Η αχλαδιά καλλιεργείται για το νόστιμο καρπό της το αχλάδι. Είναι εξαιρετικά ανθεκτική στις χαμηλές θερμοκρασίες και μπορεί να αντέξει και στους –20 βαθμούς αλλά πριν αρχίσει η άνθιση. Όταν οι καρποί δέσουν τότε η ανθεκτικότητα του δέντρου στο κρύο πέφτει και φτάνει στους –2 βαθμούς.
Το έδαφος πρέπει να είναι ελαφρύ και δροσερό ενώ αργιλώδη εδάφη είναι απαγορευτικά στην ανάπτυξη του δέντρου. Συνήθως σε ένα στρέμμα μπορούν να φυτευτούν 15-25 δέντρα αλλά σε μη ζωηρές ποικιλίες μπορούμε να δούμε και 100 δέντρα ανά στρέμμα. Όταν δεν υπάρχει αρκετή υγρασία ή ικανοποιητικός αριθμός βροχοπτώσεων τότε χρειάζεται πότισμα γιατί το δέντρο είναι ευαίσθητο στην ξηρασία.
Στην Ελλάδα η συστηματική καλλιέργεια της αχλαδιάς γίνεται κυρίως στη Μακεδονία (περίπου το 40% της εγχώριας παραγωγής) ,στην Πελοπόννησο (το 27% της παραγωγής) στη Δυτική Στερεά και στη Θεσσαλία.

Περισσότερα


Κυδωνιά


Η κυδωνιά (επιστ. Κυδωνέα η προμήκης, Cydonia oblonga συνώνυμα Cydonia vulgaris Pers. και Pyrus cydonia L.) είναι οπωροφόρο δέντρο της οικογένειας των Ροδοειδών. Η καταγωγή της είναι από την περιοχή του Καυκάσου ή το Ιράν.
Ως καλλιεργούμενο φυτό προτιμά τα πηλοαμμώδη εδάφη, όπως επίσης και τα υγρά, αρκεί να στραγγίζονται καλά.
Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με μοσχεύματα, παραφυάδες και καταβολάδες. Ζει μέχρι και 50 χρόνια. Είναι δέντρο γνωστό από τα αρχαιότατα χρόνια, αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Για το λόγο αυτό ονομάζεται και «Μήλο της Αφροδίτης».
Πρόκειται για δικοτυλήδονο φυλλοβόλο δέντρο, που φτάνει τα 8 μέτρα (με μέσο ύψος τα 3-4 μ.) σε ύψος και είναι συγγενικό με τη μηλιά και με την αχλαδιά. Είναι επιπολαιόριζο και έχει θυσανωτή ρίζα.
Ο κορμός και τα κλαδιά του έχουν γκριζόμαυρο χρώμα και είναι λίγο στρεβλωμένα. Έχει μεγάλα, απλά και δερματώδη φύλλα, με πολλές τρίχες και μεγάλα λευκά ή ρόδινα άνθη, τα οποία είναι μονήρη, με πέντε πέταλα. Το μήκος των φύλλων κυμαίνεται από 6 ως 11 εκατοστά. Ο καρπός του, το κυδώνι, έχει χρώμα κίτρινο προς το χρυσό, όταν είναι ώριμο και έχει σχήμα ακανόνιστο (αχλαδιού). Ορισμένα είδη λεπιδόπτερων τρέφονται με κυδώνια.
Ο γνωστότερος τρόπος πολλαπλασιασμού του δέντρου είναι τα μοσχεύματα και οι παραφυάδες. Ως υποκείμενα χρησιμοποιούνται κλωνάρια Προβηγκίας, Ορλεάνης και Ιστ Μάλινγκ. Η φυτεία των δέντρων γίνεται σε αποστάσεις που κυμαίνονται από 4 ως 6 μέτρα.
Η λίπανση γίνεται με ουσίες πλούσιες σε άζωτο και κάλιο. Η καρποφορία του φυτού αρχίζει στον τρίτο με τέταρτο χρόνο της ηλικίας της και αυξάνει μέχρι το 15ο έτος.
Από το 25ο έτος αρχίζει η πτώση της παραγωγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι το φυτό δεν μπορεί να καρποφορήσει αν δεν ποτίζεται συχνά, αλλά με μικρές ποσότητες νερού. Σε διαφορετική περίπτωση, οι καρποί δε μεγαλώνουν, αποκτούν ακανόνιστο σχήμα και γεμίζουν πολλά λιθώδη κύτταρα.

Περισσότερα