Οπωροφόρα δένδρα


Στη Γεωπονία με τον γενικό όρο οπωροφόρα χαρακτηρίζονται όλα εκείνα τα δενδρώδη πολυετή φυτά που παράγουν εδώδιμους καρπούς και ειδικότερα καρπούς με οικονομική σημασία.
Η εντατική καλλιέργεια των οπωροφόρων αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της δενδροκομίας που ονομάζεται οπωροκομία ή "καλλιέργεια δενδρωδών".
Η οπωροκομία εφαρμόζεται σε πολύ μεγάλες, σχετικά με τους κήπους, εκτάσεις που ονομάζονται οπωρώνες.
Στους Οπωρώνες εφαρμόζονται σήμερα ιδιαίτερες τεχνικές εγκατάστασης και ανάπτυξης, καθώς και ποικίλες καλλιεργητικές περιποιήσεις, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η καλλίτερη δυνατή απόδοση στη συγκομιδή και στη μετέπειτα διακίνηση των παραγομένων καρπών.







Τροπικά

Ο όρος Τροπικά αναφέρεται σε μία ομάδα φυτών που κατατάσσεται στην οικογένεια ..............................
Στα Τροπικά ανήκουν:
• Μπανάνα,
• Καρύδα,
• Παπάγια,
• Παπάγια,
• Μάνγκο,
• Ανανάς και
• Φρούτο του πάθους.
.
Πηγές:
1. Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
2.Πηγή:Καλλιεργώ! - Άρθρα, συμβουλές, οδηγίες

Μπανανιά


Η μπανανιά (επιστ. Μούσα, Musa) είναι βοτανώδες φυτό, όχι δέντρο, παρά το ότι διαθέτει ένα φαινομενικό 'κορμό' και τυπικά αναπτύσσεται σε ύψος μέχρι και 6 μ. Ο "κορμός", ή ψευδοστέλεχος, αποτελείται από σφιχτό περίβλημα φύλλων, τα οποία αναδύονται από ένα βλαστάρι σε ένα υπόγειο όργανο αποθήκευσης που ονομάζεται κορμός. Περίπου 30 φύλλα αναδύονται από έναν βλαστό σε περίοδο 7-8 μηνών προ της άνθησης. Το μεγάλο άνθος 'καρφί' διαθέτει χωριστά αρσενικά και θηλυκά άνθη.
Μετά τη γονιμοποίηση ο καρπός της μπανανιάς, η μπανάνα, που βρίσκεται στη βάση των θηλυκών ανθών, σε ένα σύμπλεγμα πολλών 'χεριών' σε κάθε δέσμη. Βοτανολογικά, ο μπανανόκαρπος είναι ένα σαρκώδες φρούτο, αλλά οι εμπορικές καλλιέργειες δεν έχουν σπόρους, είναι στείρες.
Μετά από 2-3 μήνες, τα τσαμπιά ή δέσμες που ζυγίζουν τυπικά 20-25 κιλά είναι έτοιμα για συγκομιδή. Κάθε βλαστάρι μπανάνας ανθίζει μόνο μια φορά προτού ξαναπεθάνει, αλλά οι βεντούζες αναδύονται υπόγεια από τον κύριο μίσχο για να παράγουν θηλυκά φυτά, τα οποία θα δώσουν την επόμενη συγκομιδή.
Η μπανάνα είναι τροπικό φρούτο, καρπός της μπανανιάς περιέχει βιταμίνες A, B, C, D. Καταναλώνεται συνήθως ωμή, αν και μπορεί να φαγωθεί τηγανητή, ψητή και αποξηραμένη, σε στρογγυλές επίπεδες φέτες. Για τη διατήρησή της μπορεί μετά την ξήρανση να τριφτεί σε αλεύρι. Είναι φυτό γηγενές της τροπικής ζώνης και πιθανώς εξημερώθηκε για πρώτη φορά στην Παπούα Νέα Γουινέα. Σήμερα καλλιεργείται κυρίως στην τροπική ζώνη.
Ορισμένες πρόσφατες ανακαλύψεις φυτολίθων μπανάνας στο Καμερούν που χρονολογούνται στην πρώτη χιλιετία π.Χ. πυροδότησαν μια διεθνή συζήτηση για την αρχαιότητα καλλιέργειας της μπανάνας στην Αφρική. Υφίσταται γλωσσολογική μαρτυρία ότι η μπανάνες ήταν ήδη γνωστές στη Μαδαγασκάρη περίπου εκείνη την εποχή.
Η πιο πρώιμη μαρτυρία καλλιέργειας μπανάνας πριν από αυτές τις πρόσφατες ανακαλύψεις θεωρείτο ο ύστερος 6ος αιώνας. Τούτη η μαρτυρία υπονοεί ότι οι μπανάνες καλλιεργούνταν στην Αφρική πριν φθάσουν Πολυνήσιοι έποικοι στη Μαδαγασκάρη και υποδεικνύει επίσης επίσης επαφή και εμπόριο μεταξύ Πολυνήσιων και Αφρικανών τουλάχιστον 3.000 χρόνια πριν. Άλλες ποικιλίες μπανάνας εισήχθησαν στην ανατολική ακτή της Αφρικής από Μουσουλμάνους Άραβες..

Περισσότερα

Ανανάς

Ο ανανάς είναι ποώδες φυτό που ανήκει στην οικογένεια Βρομελιοειδή (Bromeliaceae). To γένος Ανανάς (Ananas) περιλαμβάνει 5 είδη, τα οποία είναι ιθαγενή της τροπικής Αμερικής. Χαρακτηριστικό είδος είναι ο Aνανάς ο πολύκομος ή Ανανάς ο εύκομος (Ananas comosus) ή Ανανάς ο ήμερος (Ananas sativus), γνωστός από τον αρωματικό και γευστικό καρπό του που μοιάζει με μεγάλη κουκουνάρα. Σήμερα καλλιεργείται σε θερμοκήπια σε πολλές περιοχές του κόσμου αν και κατάγεται από τροπικά κλίματα. Ο καρπός του τρώγεται ωμός ή συντηρημένος σε κονσέρβες και χρησιμοποιείται πολύ στη ζαχαροπλαστική.
Το ύψος του φτάνει το 1,5 μέτρο και έχει μεγάλα ξιφοειδή φύλλα με χείλη οδοντωτά , που σχηματίζουν ρόδακα. Τα άνθη του εκφύονται σε πυκνή ταξιανθία, τύπου στάχυ, στην κορυφή ανθικού άξονα, που έχει ύψος περίπου μισό μέτρο. Έχουν τριμερή διάταξη, δηλαδή 3 σέπαλα, 3 πέταλα, 6 στήμονες και τρίχωρη ωοθήκη.
Ο καρπός του είναι σαρκώδης, σύνθετος που προέρχεται από ολόκληρη την ταξιανθία, δηλαδή αποτελείται από τους επιμέρους καρπούς, που είναι ράγες και το σαρκώδη άξονα του στάχυος, που καταλήγει σε θύσανο φύλλων.
Το φυτό ευδοκιμεί σε υγρά και γόνιμα εδάφη, στραγγιζόμενα και όξινα. Ανθίζει και καρποφορεί μόνο μία φορά από το 12ο ως τον 30ό μήνα μετά τη φύτευσή του. Δε σχηματίζει σπέρματα και πολλαπλασιάζεται πάντα αγενώς , με παραφυάδες ή κόβοντας την κορυφή του φρούτου την οποία μετέπειτα μπορεί κανείς να φυτέψει είτε άμεσα σε γλάστρα ή αφου την αφήσει πρώτα για ένα μικρό διάστημα σε ένα δοχείο με νερό ώστε να αναπτυχθούν περισσότερο οι ρίζες που βρίσκονται στην βάση της κορυφής. Προσβάλλεται από διάφορα έντομα.
Ορισμένες ποικιλίες του ανανά του εδώδιμου καλλιεργούνται ως διακοσμητικά φυτά για τα ωραία φύλλα τους.

Περισσότερα


Κοκοφοίνικας


Για τον κοκοφοίνικα (cocos nucifera), αυτό το πασίγνωστο τροπικό φυτό, δεν αναφέρεται συχνά ότι μπορεί να καλλιεργηθεί ή μάλλον να επιβιώσει και στα δικά μας κλίματα με κάποια υποστήριξη.
Στους τροπικούς της πατρίδας του ο κοκοφοίνικας φτάνει ακόμη και τα 30 μέτρα ύφος με φύλλα μέχρι και 6 μ. μακριά και είναι ιδιαίτερα χρηστικό φυτό. Οι καρύδες χάρη στην κάψα τους μπορούν να ταξιδέψουν μεγάλες αποστάσεις και να παραμένουν καρπερές. Ο κοκοφοίνικας έχει ανάγκη από ένα μέρος φωτεινό, ζεστό, χωρίς πολύ ήλιο αλλά με πολλή υγρασία, ενώ το χειμώνα χρειάζονται επιπλέον φως.
Το χώμα του πρέπει να διατηρείται συνέχεια ελαφρώς υγρό, ενώ από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο έχει ανάγκη από υγρό λίπασμα κάθε 2 βδομάδες. Μην του αλλάζετε συχνά γλάστρα. Οι κοκοφοίνικες δεν ζουν πολύ στις δικές μας περιοχές, γιατί ο φλοιός που περιβάλλει την καρύδα δεν μπορεί εδώ να σαπίσει τόσο γρήγορα όσο στο ζεστό τροπικό δάσος, σκληραίνει κι έτσι εμποδίζει το δέντρο στην ανάπτυξη του. Επιπλέον δεν διαθέτουμε το φως των τροπικών.
Ο πολλαπλασιασμός με τις καρύδες είναι δύσκολος.
Στο φυσικό του περιβάλλον, το φυτό προτιμά περιοχές με αμμώδες χώμα, ήλιο, έντονες βροχοπτώσεις και υψηλή υγρασία, συνθήκες που συναντώνται σε τροπικές παράκτιες περιοχές.
Το φυτό αντέχει τους δυνατούς ανέμους και την αλατότητα. Χάρη στις καρύδες του, οι οποίες επιπλέουν στη θάλασσα και μπορούν να παραμείνουν εκεί για πολλούς μήνες χωρίς να χάσουν την ικανότηττα βλάστησής τους, το φυτό έχει εξαπλωθεί στις περισσότερες τρπικές περιοχές. Στην εξάπλωσή του έχει συμβάλει και ο άνθρωπος, ο οποίος μετέφερε το φυτό κατά τις μετακινήσεις του στα ωκεάνια νησιά.
Ο τόπος προέλευσής του ίσως ίναι η Ινδία ή η Νοτιοανατολική Ασία. Το φυτό καρποφορεί μετά από 7 χρόνια και είναι μακρόβιο. Ανθίζει κάθε μήνα και οι καρύδες ωριμάζουν σε 1 χρόνο, οπότε και πέφτουν.
Ένα δέντορ μπορεί να παραγάγει έως και 100 καρύδς το χρόνο. Υπάρχουν μερικά συγγενικά είδη με παρόμοια κατασκευή και καρπούς με τον κοκοφοίνικα ανθεκτικότερα στο κρύο που μπορούν να καλλιεργηθούν ως καλωπιστικά έξω, όπως ο syagrus romanzoffiana και ο μαδασκαριανός bekkariophoenix alfredii, Εντούτοις οι καρποί τους συνήθως δεν τρώγονται.

Περισσότερα